Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Υποκείμενα εμβολιασμού φιστικιάς

Η συζήτησή μας περί πολλαπλασιασμού ξεκίνησε με τη διαδικασία Παραγωγής υποκειμένων εμβολιασμού ήμερης φιστικιάς. Το πρώτο βήμα σε αυτή τη διαδικασία είδαμε ότι είναι η επιλογή υποκειμένου, δηλαδή άγριου ανθεκτικού είδους φιστικιάς που να είναι συμβατό με τις ποικιλίες ήμερης φιστικιάς που θα εμβολιάσουμε πάνω σε αυτήν. Εκεί διαπιστώθηκε ότι στη χώρα μας χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά η P. palaestina ή μάλλον καλύτερα τα δένδρα που προκύπτουν από σπόρους θηλυκών άγριων δένδρων φιστικιάς που προέρχονται από αναβλάστηση των υποκειμένων ήμερων φιστικιών. Οι σπόροι αυτοί είδαμε ότι είναι πιο πιθανόν να έχουν γονιμοποιηθεί από γύρη των αρσενικών ποικιλιών Α και Β οπότε "είναι πολυϋβρίδια με πολλές γενετικές διαφορές και ίσως όχι τόσο κατάλληλα για το σκοπό που προορίζονται. [Ν. Μπρουσοβάνας 1986]". Σε αυτήν την ανάρτηση θα συγκεντρώσουμε όσα βρούμε σχετικά με τα υποκείμενα εμβολιασμού της ήμερης φιστικιάς P. vera..
Ο κ. Μπρουσοβάνας (1986) λοιπόν αναφέρει ως υποκείμενα της ήμερης φιστικιάς τα είδη terebinthus, palaestinia, atlantica (ΗΠΑ) και khinjuk (Τουρκία). Πιο πρόσφατα, οι Ισπανοί συγγραφείς, María del Carmen Gijón και άλλοι (2010)  υποστηρίζουν ότι στην πράξη οι ήμερες ποικιλίες φιστικιάς (P. vera) εμβολιάζονται σε υποκείμενα των άγριων ειδών:

1) Pistacia integerrima L.,  (περιγραφή)
2) Pistacia atlantica Desf.,  
3) Pistacia terebinthus L.
4) Pistacia vera L. 

Οι M. Gsfendiyaroglu and E. Özeker (2002) (3) υποστηρίζουν ότι έχει αναφερθεί ότι όλα τα είδη του γένους Pistacia και τα υβρίδιά τους μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως υποκείμενα στην καλλιέργεια της ήμερης φιστικιάς και παραπέμπουν στην εργασία των Özbek and Ayfer, (1959) (4)

Μια πιο ολοκληρωμένη παρουσίαση των χρησιμοποιούμενων υποκειμένων γίνεται στο όγδοο κεφάλαιο του εγχειριδίου  καλλιέργειας της φιστικιάς του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια (6) που θα δούμε παρακάτω. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης και τα στοιχεία Vargas και άλλοι (7) από δοκιμές υποκειμένων που πραγματοποίησαν στην Ισπανία.. 

----- Από: Pistachio Production Manual, Fourth Edition 2005, Chapter 8: Pistachio rootstocks. ----
Η επιλογή του υποκειμένου είναι μια από τις πιο σημαντικές αποφάσεις στην ανάπτυξη του δενδρώνα. Σε αυτό το κεφάλαιο θα παρουσαστούν οι σύγχρονες γνώσεις για τα υποκείμενα φιστικιάς στην Καλιφόρνια.  Στην Καλιφόρνια και σε άλλες παραγωγικές περιοχές των Η.Π.Α., η ήμερη ποικιλία Pistacia vera αναπτύσσεται εμβολιασμένη πάνω σε σπορόφυτα διαφορετικών ειδών φιστικιάς ή υβρίδιά τους. Υπάρχουν πέντε υποκείμενα που χρησιμοποιήθηκαν για την καλλιέργεια φιστικιάς στην Καλιφόρνια, τρία διαφορετικά είδη και δυο υβρίδια (ενδοειδικά, interspecific). Τα υποκείμενα αυτά είναι :
P. terebinthus,(εικόνες - περιγραφή, html)
P. atlantica (εικόνες, html)
P. integerrima (wiki περιγραφή)
και δύο υβρίδια της P. atlantica που επικονιάστηκαν με την P. integerrima.
Τα δυο πρώτα αναφέρονται με τα ονόματά τους, terebinthus και atlantica, και τα άλλα τρία είναι γνωστά με τα εμπορικά τους ονόματα ή συντμήσεις τους: το είδος Integerrima αναφέρεται ως  Pioneer Gold I (PG I) και τα υβρίδια atlantica X integerrima είναι Pioneer Gold II (PG II) και UC Berkeley I (UCB I). Όλα έχουν χαρακτηριστικά που τα κάνουν περισσότερο ή λιγότερο κατάλληλα για ειδικές περιπτώσεις φυτεύσεων. Η κατανόηση των διαφορών τους θα επιτρέψει να ταιριάξει κανείς το κατάλληλο υποκείμενο στις συνθήκες του.

Τα πρώτα χρόνια της βιομηχανίας φιστικιών στην Καλιφόρνια, επειδή η P. vera cv.‘Kerman’ δεν ήταν ανθεκτική στους νηματώδεις ή στην φυτόφθορα, επιλέχθηκαν τα είδη  Atlantica και  Terebinthus για υποκείμενα. Το atlantica προτιμόταν από το terebinthus γιατί ήταν πιο εύκολο στον εμβολιασμό και πιο ομοιόμορφο. Οι περισσότερες φιστικιές φυτεύτηκαν στην κοιλάδα San Joaquin Valley όπου και τα δυο είδη αποδείχθηκαν ευαίσθητα στους μύκητες εδάφους, βερτιτσίλιο (Verticillium wilt.) Ένα μικρό τεστ φύτευσης του είδους Integerrima σε έδαφος μολυσμένο με βερτιτσίλιο  Verticillium στην κοιλάδα San Joaquin Valley έδειξε ότι το είδος αυτό ήταν ανθεκτικό στην ασθένεια.  Αυτή η ανακάλυψη επέτρεψε την φύτευση φιστικιών σε εδάφη μολυσμένα με βερτιτσίλιο. Από τότε, η εμπορική παραγωγή υποκειμένων του είδους Integerrima, PG I, επικράτησε στην Καλιφόρνια.
Το ενδιαφέρον για ζωηρότερη βλάστηση και πρωιμότερη παραγωγή, και η έρευνα για την επίδραση του υποκειμένου στην παραγωγικότητα, στη ανθεκτικότητα ενάντια στο βερτιτσίλιο και την αλατότητα του εδάφους οδήγησε στην αυξανόμενη χρήση του υβριδίου UCB I. Τα άλλα υβρίδια , PG II δεν είναι πια εμπορικά διαθέσιμα επειδή αποδείχθηκε ότι δεν έιχαν καλή ανθεκτικότητα στο  Verticillium.
Η συζήτηση που ακολουθεί συνοψίζει τα χαρακτηριστικά των υποκειμένων  και τα σύγχρονα ερευνητικά αποτελέσματα.

Pistachia terebinthus
Ενώ η P. terebinthus φυτεύονταν τα πρώτα χρόνια της βιομηχανίας φιστικιών στην Καλιφόρνια, , έχασε την προτίμηση γιατί: 1) ήταν ευαίσθητη στο Verticillium wilt; 2) θεωρούνταν πιο δύσκολη στο μπόλιασμα από την P. atlantica ή την P. integerrima; 3) Η χρήση της συχνά κατέληγε σε ανομοιομορφία σε σχέση με τα άλλα υποκείμενα και 4) είναι λιγότερο ζωηρή - βλαστερή (vigorous) από τα άλλα υποκείμενα. Τελευταία, χρησιμοποιείται σπάνια. Η P. terebinthus έχει κάποια χαρακτηριστικά που μπορεί να την κάνουν χρήσιμη σε ειδικές περιπτώσεις, και μπορεί να είναι οφέλιμη σε μελλοντικά πργράμματα βελτίωσης. Από τα πέντε υποκείμενα η P. terebinthus είναι η πιο ανθεκτική στο ψύχος. Οι φιστικιές που αναπτύσσονται σε αυτό το υποκείμενο αντέχουν σε θερμοκρασίες -10 degree Celsius. Μελέτες θρέψης όπου το θρεπτικό επίπεδο των ‘Kerman’ σε διαφορετικά υποκείμενα συγκρίθηκαν σε διαφορετικές περιοχές της Καλιφόρνια, η P. terebinthus  δεν είχε ποτέ το χαμηλότερο και συχνά το μεγαλύτερο. Σε αυτές τις μελέτες ήταν το πιο αποτελεσματικό για την απορρόφηση ψευδαργύρου και χαλκού, ιχνοστοιχεία τα οποία είναι γνωστό ότι είναι σε έλλειψη σε εδάφη της Καλιφόρνια. Τα αποτελέσματα δοκιμών υποκειμένων σε έδαφος μολυσμένο με Armillaria στην κοινότητα Yolo έδειξαν ότι η P.terebinthus είναι πιο ανθεκτική σε αυτήν την ασθένεια σε σχέση με τα άλλα υποκείμενα.

Pistacia atlantica
Μέχρι να βρεθεί ότι η P. integerrima ήταν ανθεκτική στο Verticillium, η P. atlantica ήταν το πιο κοινό υποκείμενο. Η P. atlantica είναι πιο ανθεκτική στο ψύχος από την P. integerrima και τα δύο ενδοειδικά υβρίδια, αλλά λιγότερο ανθεκτική στις χαμηλές θερμοκρασίες από την P. terebinthus. Είναι ευαίσθητη στο Verticillium. Είναι λιγότερο ζωηρή από την P. integerrima και τα δυο ενδοειδικά υβρίδια, και λίγο πιο όψιμη στην έναρξη παραγωγής. Η P. atlantica είναι πιο αποτελεσματική στην απορρόφηση ψευδαργύρου από την P.integerrima και την UCB I,  και  έχει μικρότερη απορρόφηση χαλκού από την P. terebinthus ή την PG II.
Λόγω της μεγαλύτερης ανθεκτικότητας στο κρύο από την P.integerrima και την μικρότερη συχνότηξτα εμφάνισης Verticillium wilt στην κοιλάδα του Sacramento Valley, η P.atlantica  προτιμήθηκε σε αυτήν την περιοχή. Από το 1981 η επιθυμία για μεγαλύτερη ανάπτυξη οδήγησε σε αύξηση των φυτεύσεων με P.integerrima, και τη δεκαετία 1990s, των ενδοειδικών υβριδίων UCB I (P. atlantica x P. integerrima) σε αυτήν την περιοχή.

Pistacia integerrima
Μετά την ανακάλυψη ότι η P. integerrima είναι ανθεκτική στο Verticillium wilt, έγινε το πιο ευρέως καλλιεργούμενο υποκείμενο στην Καλιφόρνια. Είναι ζωηρό, εμβολιάζεται εύκολα και καταλήγει σε ομοιόμορφο δενδρώνα. Είναι τοι λιγότερο ανθεκτικό στην παγωνιά από τα κοινώς χρησιμοποιούμενα υποκείμενακαι μπορεί να ζημιωθεί σε χειμωνιάτικους  και εαρινούς παγετούς, ειδικά όταν τα δένδρα είναι νεαρής ηλικίας. Τα αποτελέσματα των ερευνών υποκειμένων έλειξαν το 2002 και έδειξαν ότι έχει καλύτερους ρυθμούς ανάπτυξης και πρωίμηση παραγωγής σε σχέση με την P. atlantica και 19.1% λιγότερο από την UCB I ίση με ή λίγο μικρότερη απο τα δύο ενδοειδικά υβρίδια.
Οι μελέτες θρέψης έδειξαν ότι η P. integerrima είναι λιγότερο αποτελεσματική από την P. atlantica  για το βόριο, ψευδάργυρο και χαλκό.

Ενδοειδικά υβρίδια (interspecific hybrids)
Από τα δυο ενδοειδικά υβρίδια, μονο ένα είναι σήμερα εμπορικά διαθέσιμο, αντίστοιχα Pioneer Gold II (PG II) και UCB I. PG II είναι το αποτέλεσμα ανοικτής γονιμοποίησης σε μονωμένη κατάσταση με πολλαπλά δένρδα P. atlantica ως θηλυκό γονέα και πολλαπλά δένδρα P.integerrima trees ως δότες γύρεως. Το UCB I είναι αποτέλεσμα κλειστής γονιμοποίησης με  ένα μοναδικό δένδρο με τους ίδιους γονείς (γύρη από P. integerrima εισάγεται σε κλειστό θερμοκήπιο στο οποίο αναπτύσεται δένδρο P. atlantica). Με αυτόν τον τρόπο είναι και τα δύο ενδοειδικά υβρίδια αλλά παράγονται από διαφορετικούς γονείς και συνεπώς εμφανίζουν και τα δύο παραλλακτικότητα.
Και τα δυο υβριδικά υποκείμενα έχουν αυξημένη ζωηράδα σε σχέση με την P. atlantica, και γενικά την ίδια ή μεγαλύτερη ζωηράδα συγκρινόμενα με την P. integerrima.
Δοκιμές σε όλη την πολιτεία έδειξαν ότι η UCB I έχει τις καλύτερες αποδόσεις από το  13 ο έτος ακολουθούμενη από την PG I, PG II και P.atlantica.

Εργαστηριακές δοκιμές επιλογής και νεώτερες μελέτες πεδίου δείχνουν ότι τα δύο υβρίδια διαφέρουν  ως προς την αντιστασή τους στο Verticillium. Η P. integerrima φαίνεται να είναι η πιο ανθεκτική, και η P. atlantica η πιο ευαίσθητη. Η UCB I είναι ανθεκτική έως σχεδόν ανθεκτική και η  PG II είναι σχεδόν ευαίσθητη έως ευαίσθητη.
Μελέτες θρέψης δείχνουν ότι η PG II είναι σχετικά αποτελεσματική στην απορρόφηση ψευδαργύρου συγκριτικά με την P. terebinthus; Η P. atlantica βρίσκεται ενδιάμεσα ; και η UCB I και P. integerrima είναι οι λιγότερο αποτελεσματικές. Η PG II ήταν λίγο λιγότερο αποτελεσματική από την P. integerrima και λίγο πιο αποτελεσματική από την UCB I για την απορρόφηση βορίου.  Η UCB I ήταν παρόμοια με την P. atlantica και την P. terebinthus σε σχέση με την απορρόφηση βορίου. Προκαταρκτικά αποτελέσματα δείχνουν  ότι η PG II και η P. atlantica είναι ανώτερες από την  Integerrima και την UCB I για την απορρόφηση χαλκού.
Έχουν παρατηρηθεί ενδείξεις ασυμβατότητας μεταξύ της Kerman και της UCB I σε κάποιες περιοχές της Καλιφόρνια και της Αριζόνας όπου μεταξύ  25 - 35% των δένδρων έδειξαν ασυμβατότητα.
Πιστεύεται ότι αυτή η ασυμβατότητα σχετίζεται με ένα μητρικό φυτό που χρησιμοποιήθηκε στα αρχικά προγράμματα αναπαραγωγής. Επίσης πιστεύεται ότι το πρόβλημα διορθώθηκε και δεν θα ξαναπροκύψει σε νέες καλλιέργειες. Παρατηρήθηκε επίσης παραλλακτικότητα στη ζωηράδα μεταξύ UCB I υποκειμένων. Παρόλα αυτά,  τα φυτώρια βελτιώνουν συνεχώς τη διαλογή των σπόρων και αυτό το πρόβλημα μειώθηκε.

Δοκιμές υποκειμένων που πραγματοποιήθηκαν στην Καλιφόρνια
Η επιλογή υποκειμένων για τις περισσότερες δενδρώδεις καλλιέργειες είναι γενικά μια ιστορία των περιοριστικών παραγόντων της παραγωγής ενός προϊοντος σε ένα μέρος
Οι φιστικές δεν αποτελούν εξαίρεση. Η θηλυκή Pistacia vera της ποικιλίας cv. ‘Kerman’ η οποία είναι η μόνη ποικιλία που παράγει καρπούς στην Καλιφόρνια δεν μεγαλώνει στις δικές της ρίζες γιατί είναι ευαίσθητη στους νηματώδεις, Verticillium wilt,  και στην Φυτόφθορα. Αυτές οι ευαισθησίες είναι μεγάλη ατυχία διότι στις δικές της ρίζες η φιαστικιά είναι πιο ανθεκτική στην παγωνιά σε σχέση με τα χρησιμοποιούμενα υποκείμενα. Τα  πρώτα υποκείμενα Terebinthus και Atlantica, αντικαταστάθηκαν από την Integerrima όταν η τελευταία έδειξε μεγαλύτερη αντοχή στο βερτιτσίλιο. Τα υβρίδια με Atlantica και Integerrima αναπτύχθηκαν για καλύτερη ζωηράδα, αλλα τώρα δείχνουν αντοχή στην αλατότητα η οποία θα επιτρέψει την εγκατάσταση φυτειών σε οριακά εδάφη και τη χρήση υποβαθμισμένης ποιότητας υδάτων.
Από το 1989 έως το 2002 σε τρεις μακροχρόνιες δοκιμές και το 1999 σε ένα θερμοκήπιο ερευνήσαμε την αντοχή στο κρύο και στην αλατότητα, την ανοχή/αντίσταση στο βερτιτσίλιο και την παραγωγή και την παρενιαυτοφορία δένδρων που μεγάλωναν σε υποκέιμενα Atlantica, PG I και στα δύο ενδοειδικά υβρίδια atlantica X integerrima, UCB I and PG II. Αυτά τα 13 χρόνια συλλογής στοιχείων καθώς και αναπάντεχες παγωνίες έβαλαν σε μια γραμμή - καθόρισαν - τα σχετικά προτερήματα των τεσσάρων υποκειμένων που χρησιμοποιούνται τώρα στην Καλιφόρνια. Οι πίνακες που ακολουθούν περιγράφουν με λεπτομέρεια αυτά τα αποτελέσματα και ενσωματώνουν στοιχεία από πρόσφατες δοκιμές και άλλων ερευνητών.
Αυτές οι πληροφορίες παρουσιάζονται αρχίζοντας με τους πιο περιοριστικούς  παραάγοντες; περιορισμοί τοποθεσίας λόγω ψύχους, ασθένειες και αλατότητα, απορρόφηση ιχνοστοιχείων και επίδράσεις στην παραγωγή, ποιότητα και παρενιαυτοφορία των εμβολίων.


Λέω να μην γράψω όλες τις λεπτομέρειες του αγγλικού κειμένου αλλά να παραθέσω μόνο τους αντίστοιχους πίνακες με την ελπίδα ότι θα βρεθεί χρόνος για συμπλήρωση στο μέλλον.
Πίνακας 1. Σχετική αντοχή των σποροφύτων στις χαμηλές θερμοκρασίες.
* Μεγαλύτερη, **** Μικρότερη


Πίνακας 2. Σχετική ανοχή σποροφύτων σε ασθένειες του εδάφους (Verticillium, Armillaria, Phytopthora).
* Μεγαλύτερη, **** Μικρότερη

Πίνακας 3. Σχετική αντοχή στην αλατότητα (του εδάφους).
* Μεγαλύτερη, **** Μικρότερη
Πίνακας 4. Σχετική αποτελεσματικότητα απορρόφησης ιχνοστοιχείων.
* Μεγαλύτερη, **** Μικρότερη
Πίνακας 5. Επίδραση του υποκειμένου στην αθροιστική παραγωγικότητα ξηρών κελυφωτών φιστικιών με κέλυφος και ανοιχτών.  * οι αριθμοί της ίδιας γραμμής που συνοδεύονται από ένα γράμμα (a, b, c) είναι διαφέρουν μεταξύ τους (στατιστικά σημαντική διαφορά). Η απουσία γράμματος σημa;iνει ότι δεν υπάρχει διαφορά. Από την 3η σειρά και μετά δίνεται η συνολική παραγωγή 1989 έως 2001 σε libres/acre για 112 θηλυκα δένδρα ανά acre. (1libr=0,45359 kg και 1 acre = 4,047 στρέμματα, 1lb/acre= 0,112 kg/στρ, ενώ τα 112 θηλυκά δένδρα ανά acre αντιστοιχούν σε 27-28 δένδρα ανά στρέμμα. ΠΡΟΣΟΧΗ! το κόμμα δεν είναι υποδιαστολή αλλά διαχωριστικό χιλιάδων, δηλαδή 15.258 lbs/acre το UCB1 στο Kern = 1.708,896 κιλά ανά στρέμμα τα 13 χρόνια = 131 κιλά/στρέμμα/έτος
Πίνακας 6. Σχετική ταξινόμηση των υποκειμένων με βάση την παραγωγή των δένδρων Kerman που εμβολιάστηκαν σε αυτά. * Μεγαλύτερη, **** Μικρότερη
Πίνακας 7. Ανθεκτικότητα (αντοχή ή/και ανοχή) των υποκειμένων στους διάφορους περιοριστικούς παράγοντες που εξετάστηκαν στα πειράματα από το 1989 έως το 2002 στην κοιλάδα San Joaquin. Ταξινόμηση από το καλύτερο (1) στο χειρότερο (4).

-----------------------------------------------
Βοτανική ταξινόμηση των ειδών του γένους Pistacia
Στη σελίδα της Wikipedia με τίτλο Pistacia μπορεί κανείς να δει τα είδη του γένους Pistacia, μεταξύ των οποίων και αυτά που παρουσιάσαμε παραπάνω ως υποκείμενα εμβολιασμού της ήμερησ φιστικιας. Το αυξανόμενο ενδιαφέρον για την καλλιέργεια της φιστικιάς, λέει ο Moshe Inbar (1) στην εισαγωγή του άρθρου του, δημιουργεί την ανάγκη εύρεσης ζωηρών υποκειμένων από τα άγρια είδη του γένους (Pistacia L.). Συνεπώς η ταυτοποίηση και διατήρηση άγριων ειδών Pistacia και των υβριδίων της απέκτησε ενδιαφέρον και έτσι δημιουργήθηκαν σημαντικές συλλογές γενετικού υλικού (Sheiban, 1995; Golan-Goldhirsh & Kostiukovsky, 1998).

Ο κ. Μπρουσοβάνας (1986) αναφέρει ως υποκείμενα της ήμερης φιστικιάς τα είδη terebinthus, palaestinia, atlantica (ΗΠΑ) και khinjuk (Τουρκία). Πιο πρόσφατα, οι Ισπανοί συγγραφείς, María del Carmen Gijón και άλλοι (2010)  υποστηρίζουν ότι στην πράξη οι ήμερες ποικιλίες φιστικιάς (P. vera) εμβολιάζονται σε υποκείμενα των άγριων ειδών:

1) Pistacia integerrima L.,  (περιγραφή)
2) Pistacia atlantica Desf.,  
3) Pistacia terebinthus L.
4) Pistacia vera L. 

Οι M. Gsfendiyaroglu and E. Özeker (????) (3) υποστηρίζουν ότι έχει αναφερθεί ότι όλα τα είδη του γένους Pistacia και τα υβρίδιά τους μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως υποκείμενα στην καλλιέργεια της ήμερης φιστικιάς και παραπέμπουν στην εργασία των Özbek and Ayfer, (1959) (4)

Οι σχέσεις μεταξύ αυτών των ειδών του γένους Pistacia δεν είναι ξεκάθαρες. Ο Moshe Inbar (1) υποστηρίζει ότι λόγω λαθών ονοματολογίας, πολυμορφισμού, και της παρουσίας υβριδίων, η ταξινόμηση του γένους Pistacia δεν είναι ξεκάθαρη. Ο ίδιος συγγραφέας λέει ότι, μετά την μονογραφία του Zohary (1952), πολλές μέθοδοι χρησιμοποιήθηκαν για την ταυτοποίηση των ειδών του γένους Pistacia και για την εύρεση των φυλογενετικών σχέσεων. Οι μέθοδοι αυτές περιλαμβάνουν  μορφολογικές, ανατομικές, κυτολογικές, palynological, φυσιολογικές και μοριακές αναλύσεις (Zohary, 1952; Grundwag & Werker, 1976; Parfitt & Badenes, 1997; Kafkas & al., 2002; Katsiotis & al., 2003; Golan-Goldhirsh & al. 2004; Ahmad & al., 2005). Παρόλα αυτά υπάρχει ακόμα σύγχιιση και διαφωνία για την ταξινόμηση των ειδών σε όλα τα επίπεδα.
Βασιζόμενος σε μορφολογικά χαρακτηριστικά ο Zohary (1952) διαίρεσε το γένος Pistacia σε τέσσερα μέρη (sections):
1) Lentiscella (είδη του Νέου Κόσμου),
2) Lentiscus (αειθαλή),
3) Butmela (P. atlantica Desf.)
4) Terebinthus (P. chinensis Bunge, P.khinjuk Stocks, P. palaestina Bois., P. terebinthus L., P.vera L.).
Η τελευταία ομάδα περιλαμβάνει φυλλοβόλα δένδρα χωρίς πτερυγωτό μισχο στο ακραίο φυλλάριο του σύνθετου φύλλου και με καρπούς (δρύπη) με σκληρό ενδοκάρπιο. Λόγω του πτερυγωτού μίσχου η P. atlantica τοποθετήθηκε στην ξεχωριστή ομάδα Butmela (Zohary, 1952). Αυτή η πρώτη ταξινόμηση από τον Zohary αμφισβητήθηκε από σύγχρονες μοριακές αναλύσεις. Οι Parfitt & Badenes (1997) αναγνώρισαν δύο ομάδες:
1) “Lentiscus” (P. lentiscus L., P. mexicana Kunth, P. texana Swingle, P. weinmannifolia Poisson)
2) ένα μόνοφυλετικό γκρούπ (“Terebinthus”) που αποτελείται από άλλα είδη.
Οι Golan-Goldhirsh & al. (2004) τοποθέτησαν την P. atlantica σε μία ξεχωριστή, ακόμα αμφισβητούμενη, θέση.

Οι Kafkas & Perl-Treves (2002) εμφανίστηκαν με δύο διαφορετικές υποδιαιρέσεις. Η  μία περιλαμβάνει τα μεγάλα, (μονόκορμα) δένδρα (P. atlantica, P. eurycarpa, P. integerrima, P. khinjuk, P.vera), και η άλλη αποτελέιται από τους θάμνους και μικρά δένδρα (P. lentiscus, P. mexicana, P. palaestina, P.texana, P. terebinthus).

Ο συγγραφέας, Moshe Inbar, χρησιμοποιώντας ως κριτήριο τα είδη αφίδων που σχηματίζουν κουκούλι (gal) στα άγρια είδη του γένους Pistacia κατέληξε στις συσχετίσεις των ειδών που φαίνονται στην εικόνα 1, παρακάτω.
Τα αποτελέσματα συμφωνούν με αυτά άλλων ερευνητών ως προς την ομοιότητα μεταξύ των ειδών P. texana and P. mexicana ; P. atlantica and P. mutica ; και των P. palaestina και P. terebinthus (Parfitt & Badenes, 1997; Kafkas & Perl-Treves, 2002; Golan-Goldhirsh & al., 2004). Η ευρωπαϊκή P. terebinthus έχει τα ίδια είδη αφίδων (με εξαίρεση Geoica) όπως και η P. palaestina. Αυτό δείχνει ότι σε ότι αφορά τα είδη αφίδων, P. terebinthus και P. palaestina είναι πολύ όμοια φυτά ξενιστές, όπως δείχνουν και οι μελέτες ταξινόμησης.

Σημειώνεται ότι οι ερευνητές παραξενέυτηκαν από την σχέση της τερεβιθιάς με την palaestina και την kishouk.



1) Moshe Inbar, 2008. Systematics of Pistacia: Insights from specialist parasitic aphids. TAXON 57 (1) • February 2008: 238–242
2) María del Carmen Gijón, Carmen Gimenez, David Perez-López, Julián Guerrero, Jose Francisco Couceiro and Alfonso Moriana, 2010, Rootstock influences the response of pistachio (Pistacia vera L. cv. Kerman) to water stress and rehydration. Scientia Horticulturae, Volume 125, Issue 4, 26 July 2010, Pages 666-671 (Abstract)
3)  M. Isfendiyaroglu and E. Özeker (2002). The relations between phenolic compounds and seed dormancy in Pistacia spp.(pdf)
4)
5) Hassan Abu-Qaoud, 2007. Effect of Scarification, Gibberellic acid and Stratification on Seed Germination of Three Pistacia Species. An - Najah Univ. J. Res. (N. Sc.) Vol. 21, 2007. (pdf)
6) Louise Ferguson, Blake Sanden, Steve Grattan, Lynn Epstein, and Bill Krueger, 2005. Pistachio Production Manual, Fourth Edition 2005, Chapter 8: Pistachio rootstocks. (pdf αγγλικά)
7) F.J. Vargas, M.A. Romero and J. Clavé, (?????). Trialling of pistachio rootstocks in nursery. (pdf αγγλικά).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου