Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2009

Η παγκόσμια παραγωγή κελυφωτού φιστικιού

Διαβάζοντας διάφορα δημοσιεύματα σχετικά με την παραγωγή κελυφωτού φιστικιού ανά τον κόσμο μπερδεύτηκα τόσο πολύ που δεν ήξερα πιά, που, ποιός, και πόσο φιστίκι παράγεται στον κόσμο. Ευτυχώς εντόπισα την βάση στατιστικών δεδομένων του Παγκόσμιου Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας (F.A.O.) και έβαλα λίγο τα πράγματα σε τάξη. Ας τα δούμε μαζί λοιπόν. Στη βάση υπάρχουν δεδομένα για την παραγωγή κελυφωτού φιστικιού στον κόσμο από το 1961 έως το 2008. Αρκετά είναι εκτιμήσεις ή ανεπίσημα δεδομένα αλλά δεν πειράζει, καλά είναι και αυτά.
Στο παρακάτω διάγραμμα φαίνεται πως μοιράζεται η παγκόσμια παραγωγή των 20.714 τόνων το 1961 και των 566.963 τόνων του 2008 στις 4 Ηπείρους, Ασία, Αμερική, Ευρώπη, Αφρική, όπου παράγεται ή μάλλον υπάρχουν δεδομένα ότι παράγεται. Το λέω αυτό διότι ενώ έχουμε στοιχεία απο παραγωγή στην Αυστραλία, η βάση του FAO δεν έχει δεδομένα. Γιατί, άραγε;

Το 1976 η παγκόσμια παραγωγή κελυφωτού φιστικιού ήταν 71.636 τόνοι από τους οποίους οι 69.000 περίπου παράγονταν στην Ασία και οι 2.300 στην Ευρώπη. Η αμερικανική ήπειρος είχε τότε μηδενική παραγωγή. Εμφανίστηκε στα στατιστικά δεδομένα την επόμενη χρονιά 1977, με 2.087 τόνους, περισσότερους ακόμα και από αυτούς που είχε όλη η Ευρώπη τότε, 2.000 τόνοι. Αυτό θα πει καλό ξεκίνημα!!! Μετά το εμπάργκο του 1979 άρχισε να ανεβοκατεβαίνει σταθερά βαίνοντας προς τους 150.000 τόνους.
Η Ασία όμως δεν έμεινε άπραγη. Μετά από δύο χρονιές 1979 και 1980 με χαμηλή παραγωγή της τάξης των 50.000 τόνων ξεκίνησε μια ανοδική πορεία προς τους 450.000 τόνους που έπιασε το 1997. Το 1988 έκανε μια βουτιά πάλι στους 230.000 τόνους που είχε ξεπεράσει από το 1990. Από τότε προσπαθεί να κρατηθεί πάνω από 400.000 τόνους με κάποιες βουτιές κάτω από 300.000 τόνους ενδιάμεσα. Η αμερική από το 2000 και μετά ξεπέρασε τους 100.000 τόνους και κρατιέται εκεί, με εξαίρεση μια βουτιά το 2003 στους 54.000 τόνους, όταν η Ασία ήταν στο μέγιστο των 476.512 τόνων. Τότε πρέπει να είναι που ξεκίνησε να εφαρμόζει το σύστημα της αποθεματοποιησης, carry over (βλ. σχετικό άρθρο εδώ).
Από το παραπάνω γράφημα βλέπουμε λοιπόν, ότι ενώ η Αμερική αρέσκεται να προβάλει το κατόρθωμά της να ξεπεράσει τους 150.000 τόνους το 2004 σε 24 χρόνια, και να στοχεύει  να ξεπεράσει τους 200.000 τόνους, η Ασία  ήταν πάνω απο τους 150.000 τόνους από το 1980 και έφτασε τους 450.000 το 2008 (αύξηση 200%) παρά τον έντονο ανταγωνισμό.
Για να δούμε όμως απο που προέρχεται η παραγωγή του κελυφωτού φιστικιού της Ασίας. Στο παρακάτω γράφημα φαίνεται ότι εκεί πρωτοστατούν 4 χώρες απο τις 11 που φαίνεται να παράγουν κελυφωτό φιστίκι, το Ιράν, η Τουρκία, η Συρία και η Κίνα. Τα στοιχεία του FAO για την Κίνα είναι εκτιμήσεις και όχι επίσημα δεδομένα.

Ιράν, Τουρκία και Κίνα ήταν δίπλα δίπλα μέχρι τα μέσα του 1970 οπότε το Ιραν ξέφυγε πάνω από τους 100.000 τόνους. Απο τότε το Ιραν ξεπέρασε 3 φορές τους 300.000 τόνους , 1997, 1999 και 2003 με 2 βουτιές  κάτω από 150.000 τόνους ενδιάμεσα ενώ τα 5 τελευταία χρόνια φαίνεται να σταθεροποιείται στους 230.000 τόνους, ενδεχομένως εφαρμόζωντας και αυτή κάποιο σύστημα αποθεματοποίησης .
Η Τουρκία με σημαντικά σκαμπανεβάσματα κατάφερε το 2006 και το 2008 να περάσει και αυτή πάνω απο τους 100.000 τόνους.
Η Συρία που ξεκίνησε με 2000 τόνους το 1961, φαίνεται να δυσκολεύεται περισσότερο από τους άλλους να αναπτύξει την παραγωγή καθότι τα τελευταία 10 χρόνια δείχνει να παλεύει να σταθεροποιηθεί πάνω από τους 50.000 τόνους.
Η Κίνα με βάση τις εκτιμήσεις  του FAO, οδεύει σταθερά απο τους 4.000 τόνους το 1961 στους 38.000 τόνους το 2008.
Η Κύπρος εμφανίζεται το 1978 με 3 τόνους παραγωγή και το 2008 έχει μόνο 15 τόνους με 35 τόνους μέγιστο το 1996.
Το Αφγανιστάν εμφανίζεται ξαφνικά στα δεδομένα με 3.700 τόνους το 1976!!! και από τότε κυμαίνεται σταθερά μεταξύ 3.500 (ΟΝ) και 2.500 (OFF) τόνων.
Το Κιργιστάν και το Πακιστάν είναι μεταξύ 500 και 800 τόνων. Το 2004 όμως το Πακιστάν εμφάνισε μια περίεργη παραγωγή της τάξης των 3.400 τόνων.
Η Ιορδανία ενώ είχε 30 τόνους το 1988 από τότε εμφανίζει μηδενική παραγωγή.
Το Αζερμπαιτζάν εμφανίστηκε στο προσκήνιο το 2003 με 10 τόνους, 15 τόνους μέγιστο το 2006 και 3  τόνους το 2007 και το 2008.
Στην αμερικάνικη ήπειρο πρωτοστατεί ακόμα η παραγωγή των Ηνωμένων Πολτειών, αντίθετα με την εντύπωση που μου είχε δημιουργηθεί από αυτό το άρθρο, ότι δηλαδή είχαν αρχίσει να μεταφέρουν την τεχνογνωσία τους στην Λατινική Αμερική και θα παθαίναμε αυτό που πάθαμε με τις αροτριαίες καλλιέργειες μας.




Από το 1984 εμφανίζει κάποια μικρή παραγωγή και το Μεξικό (2 τόνους) αλλά αυτή δεν είναι σταθερή. Έγινε 117 τόνοι το 1992 και 10 τόνοι το 2008. Κάτι περίεργο συμβαίνει, αλλά τι; Για την ώρα ούτε η  Αργεντινή ούτε η Χιλή ούτε η Βραζιλία εμφανίζουν παραγωγή κελυφωτού φιστικιού, παρά τις διάσπαρτες πληροφορίες που δείχνουν ότι κάτι γίνεται και εκεί.
Ας δούμε τώρα τι γίνεται στην αφρικανική ήπειρο για να αφήσουμε τελευταία την δικιά μας. Εκεί η παραγωγή αρχίζει το 1970 με 15 τόνους από την Τυνησία.


Το 2008 η Τυνησία παράγει 2.500 τόνους από τους 2.885 τόνους όλης της αφρικανικής ηπείρου. Το 1990 εμφανίζονται η Μαυριτανία με 10 τόνους, η Μαδαγασκάρη με 250 τόνους και το Μαρόκο με 50 τόνους, χωρίς να δείχνουν όμως αύξηση παραγωγής (5, 230 και 50 τόνους το 2008 αντίστοιχα). Το 1998 φαίνεται και η Ακτή Ελεφαντοστού με 100 τόνους, επίσης σταθερούς μέχρι και το 2008. Η παραγωγή των τεσσάρων τελευταίων χωρών, Μαυριτανία, Μαδαγασκάρη, Μαρόκο και Ακτή του Ελεφαντοστού προέρχεται μάλλον από μέση εκτίμηση του FAO.
Στην Ευρώπη (ήπειρος) εμείς και οι Ιταλοί, ξεκινήσαμε με 3.434 τόνους το 1961, πιάσαμε 14.000 τόνους το 1997 και βρισκόμαστε στους 11.000 τόνους, 9.000 εμείς και 2000 οι Ιταλοί, όπως φαίνεται στο παρακάτω διάγραμμα.


Στην Ιταλία φαίνονται τα χαρακτηριστικά σκαμπανεβάσματα 2.000 τόνοι - 150 τόνοι την άλλη χρονιά που διαβάσαμε για το Bronte μέχρι το 1993 και μετά συμβαίνει κάτι περίεργο. Μένει σταθερή στους  2000 - 2500 τόνους μέχρι το 1997 και το 1998 που πιάνει 5.000 τόνους και μετά πάλι κάτω μεταξύ 2000 - 3000 τόνων, με εξαίρεση το 2006 που παρήγαγε κοντά στους 1000 τόνους. Αυτά τα στοιχεία μάλλον κρύβουν κάτι άλλο. Άσε που δεν έχουν καμία σχέση με τα νούμερα που αναφέρονται στην πηγή που χρησιμοποιήθηκε σε άλλο μας άρθρο σχετικά με το Bronte.
Η Ελλάδα το 1961 παρήγαγε 634 τόνους κελυφωτό φιστίκι. Η παραγωγή αυξάνονταν σχεδόν σταθερά μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '80 που η αύξηση άρχισε να είναι λίγο μεγαλύτερη. ¨Ένα άλμα στην παραγωγή έγινε το 1995 - 1996. Τότε φαίνεται να περάσαμε από τους 5.900 στους 8.900 τόνους!!!! Αυτή η απότομη αύξηση συμπίπτει με την αύξηση από 2.000 σε 5.000 τόνους που έγινε στην Ιταλία. Τι άλλαξε μεταξύ 1995 και 1996; Πάντως εμείς φαίνεται να παραμείναμε κοντά στους 9.000 τόνους από τότε ενώ η Ιταλία ξαναεπέστρεψε στους 2.500 τόνους περίπου.

Συμπεράσματα - Προτάσεις
Εννοείται ότι αυτά τα νούμερα πρέπει να τα δούμε με επιφύλαξη και να μην προσπαθούμε να βγάζουμε ακριβή συμπεράσματα. Δεν ξέρω γι΄εσάς, εμένα πάντως δεν με ρώτησε ποτέ κανένας επίσημος φορέας πόση παραγωγή έχω. Εκτός αν χρησιμοποιούνται τα τιμολόγια που κόβουμε ως βάση υπολογισμού, αλλά και αυτά όταν τα κόβουμε, μπορεί να είναι ακριβή ως προς το ποσό αλλά όχι ως προς τις ποσότητες, ανοιχτό, κλειστό, αφρού. Οι 9.000 τόνοι μου φαίνονται σαν αυτά τα νούμερα που χρησιμοποιούνται κάθε χρόνο για τον υπολογισμό της τεκμαρτής στρεμματικής προσόδου από την καλλιέργεια της φιστικιάς για φορολογικούς σκοπούς. Άλλη ιστορία όμως και αυτή.
Πάντως τα νούμερα βοηθάνε να συνειδητοποιήσουμε ότι μπορεί τώρα να κατέχουμε την 6η θέση παγκόσμια στην παραγωγή κελυφωτού φιστικιού μετά το Ιραν, Τουρκία, ΗΠΑ, Συρία, Κίνα, αλλά το μερίδιό μας στην παγκόσμια παραγωγή είναι πολύ μικρό (μόνο 1,6 %) και δεν φαίνεται να ακολουθούμε έντονη αναπτυξιακή πορεία για να διεκδικήσουμε παραπάνω. Έχουμε κολλήσει στην κορυφή της ομάδας χωρών που παράγουν πάνω από 1.000 τόνους, μαζί με το Αφγανιστάν, την Τυνησία και την Ιταλία όταν οι ανταγωνιστές μας Κίνα, Συρία, ΗΠΑ, Τουρκία και Ιράν παράγουν όλο και μεγαλύτερς ποσότητες και πιάνουν τις αγορές.
Για την Κίνα δεν γνωρίζω αλλά, Τουρκία και Συρία πρέπει να χρησιμοποιούν παρόμοιες ποικιλίες με την δικιά μας, ενώ η ποιότητα του Ιράν είναι ήδη καταξιωμένη παγκόσμια, οπότε το να προσπαθούμε να αμυνθούμε πίσω από το οχυρό της "διαφορετικής γεύσης" και καλύτερης ποιότητας μου φαίνεται επικίνδυνο. Ίσως αυτό να επαρκεί σε αντιπαράθεση με το αμερικάνικο Κέρμαν αλλά όχι απέναντι στους άλλους. Από την άλλη μέχρι πόσο παραπάνω να πληρώσει κανείς αυτήν την διαφορά ποιότητας. Ήδη η ψαλίδα 9 €/κιλό το αμερικάνικο και 14 - 20 €/κιλό το δικό μας είναι πολύ μεγάλη. Ακόμα και αν αυξάναμε τις εκτάσεις και την παραγωγή μας, θα μπορούσαμε με αυτήν την τιμή να βγούμε στις καινούργιες αγορές, Ινδία και Κίνα, όπου κοιτάνε όλοι οι άλλοι; Και τι θα γίνει αν η Κίνα αποφασίσει να επενδύσει και εδώ; Ή αν οι Αμερικάνοι αρχίσουν να φυτεύουν παντού τα Κέρμαν τους (Ινδία, Κίνα ή Λατινική Αμερική); Ας ευχόμαστε να μην αρχίσουν να παράγουν φιστίκια ποιότητας σαν τα δικά μας γιατί, καήκαμε.
Ας εξασφαλίσουμε λοιπόν την θέση στα ελληνικά ράφια αντιστεκόμενοι στην επιθετική στάση των Αμερικάνων που πολεμάνε το Τούρκικο και το Ιρανικό φιστίκι και βλέπουμε για τα άλλα. Πως; Προτείνω έντονη επιθετική προβολή του ελληνικού κελυφωτού φιστικιού της ξακουστής ποικιλίας Αιγίνης, με ταυτότητα, σε αντιπαράθεση με το Αμερικάνικο Κέρμαν πριν μας βγάλουν έξω από το παιχνίδι μέσα στην μανία τους να κυνηγήσουν τους Ιρανούς.
Αφήστε λοιπόν τα ΠΟΠ και τα ΠΓΕ και τα βιολογικά γι'αυτούς που τα επινόησαν έτσι ώστε να μπορούν να τα διαχειριστούν σε επίπεδο Νομαρχίας και συνεταιρισμού και φορέα πιστοποίησης χωρίς να έχουν κανένα όραμα για έναν ενιαίο φορέα ελληνικού κελυφωτού φιστικιού Αιγίνης.
Αυτό που μου φαίνεται περίεργο πάντως είναι πως κάποιοι έχουν όραμα για Μεσογειακό φιστίκι και δεν έχουν για το ελληνικό; Για να δούμε όμως τι θέση θα είχαμε αν κάναμε σημαία μας το Μεσογειακό κελυφωτό φιστίκι.

Τουρκία, Συρία, Ελλάδα,  Ιταλία, Τυνησία, Μαρόκο, Κύπρος, όλοι μαζί παράγαμε 186.000 τόνους , το 2008 και θα μπορούσαμε να αποτελέσουμε ένα δυνατό μέτωπο απέναντι στο Ιράν και τις ΗΠΑ ενώ η Κίνα θα ήθελε αρκετά χρόνια για να μας φτάσει. Δεν ακούγεται άσχημα λοιπόν το Μεσογειακό κελυφωτό φιστίκι, όπου η Ελλάδα κατέχει την 3η θέση, αρκεί κάποιος να μας δώσει μια κοινή σημαία και ταυτότητα.
Αλήθεια αυτή η Μεσογειακή ομάδα έρευνας και μελέτης για την αμυγδαλιά, στην οποία κάποια στιγμή κόλλησε και η φιστικιά (GREMPA) με τι άλλο ασχολείται εκτός από συνέδρια και βόλτες (π.χ. στην Αίγινα βλ. δημοσίευμα 26/3/2008 στην εφημερίδα Αιγινήτικα Νέα); Που μπορεί κανείς να βρει τις εργασίες τους και που μπορεί να δει τις εφαρμογές που προέκυψαν από αυτές; Αν υπάρχει καμία εφαρμογή.
Εμείς δεν τους πληρώνουμε και αυτούς; Δεν θα έπρεπε κάτι να μας προσφέρουν;
Δείτε εδώ μια πρώτη παρουσίαση της GREMPA, που έγινε αργότερα, ως συνέχεια αυτού του άρθρου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου