Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2009

Το ελληνικό κελυφωτό φιστίκι

Το πρώτο σύγγραμμα για το ελληνικό κελυφωτό φιστίκι που διάβασα είναι αυτό  του Νίκου Μπρουσοβάνα "Η Φιστικιά" που πρέπει να γράφτηκε στις αρχές του 1980 (δεν το έχω μπροστά μου '82 ή '83 νομίζω θα το συμπληρώσω όμως κάποια άλλη στιγμή). Πριν από 10χρόνια το είχα ξαναβρεί στα βιβλιοπωλεία αλλά τώρα ψάχνω ηλεκτρονικά και δεν το βλέπω (βρίσκω μόνο την αμυγδαλιά και την ακτινιδιά του ίδιου συγγραφέα). Αυτό το βιβλίο πιστεύω ότι έχει αποτελέσει αναφορά για πολλούς απο εμάς και τον ευχαριστούμε θερμά. Τότε βλέπεις η Α.Τ.Ε. είχε γεωπόνους που έκαναν πολύ καλή δουλειά, αλλά τους φάγαμε και αυτούς με τη γκρίνια μας (άκουσαν άραγε κανένα ευχαριστώ αυτοί οι άνθρωποι;). Την ίδια εποχή ξεκινούσε και η Αμερική με το κελυφωτό φιστίκι και θυμάμαι ότι ο κ. Μπουρσοβάνας είχε αποσπάσματα και από την Καλιφόρνια ενώ είχε συνεργαστεί και με φυτωριούχο στη Λάρισα. Κοιτάξτε που βρίσκονται  οι Καλιφορνέζοι 30 χρόνια μετά και που βρισκόμαστε εμείς.

Ο καθηγητής του Γ.Π.Α. κ. Ποντίκης είχε επίσης πολλές πληροφορίες και γνώσεις στα πανεπιστημιακά του συγγράμματα. Θέλει όμως ψάξιμο για να τα εντοπίσει κανείς (βλ. εδώ π.χ. για την παρενιαυτοφορία). Χαρακτηριστικό του γνώρισμα ότι (χωρίς να είμαι σίγουρος, διορθώστε με!) μόλις πριν μια 5ετία ή 10ετία φρόντισε για την κατοχύρωση της ποικιλίας που ανέπτυξε και φυσικά δεν φρόντισε καθόλου για την οργανωμένη διαθέσή της σε φυτωριούχους. Αχ αυτοί οι ακαδημαϊκοί!!!

Ένα άλλο πολύ καλό σύγγραμμα που πέτυχα τελευταία είναι αυτό του Μπενάκειου Φυτοπαθολογικού Ινιστιτούτου με τίτλο: Ασθένειες και Εντομολογικοί Εχθροί της Φιστικιάς στην Ελλάδα που έγραψαν οι Α. ΧΙΤΖΑΝΙΔΟΥ, Π.Α. ΜΟΥΡΙΚΗΣ, Κ.Δ. ΧΟΛΕΒΑΣ, 2004. Αυτό μπορείτε να το βρείτε εδώ, με πολύ μικρό κόστος (15 €) σχετικά με τον όγκο και την ποιότητα της δουλειάς που περιέχει. Να ευχαριστήσουμε και αυτούς τους ανθρώπους . Η κ. Άννα Χιτζανίδου  πρέπει να είναι αιγινίτισα και η αγάπη της (και της ομάδας της) για την καλλιέργεια φαίνεται από τα τόσα χρόνια δουλειάς που έχει ενσωματώσει στο βιβλίο της αλλά και από την ακούραστη συμμετοχή της στο 1ο Φεστιβάλ Φιστικιού της Αίγινας από τα πρώτα στάδια και μετά (ακούστε την εδώ να διηγείται σύντομα την ιστορία του δένδρου). 
Από αυτή τη διήγηση της κ. Χιτζανίδου, ας συγκρατήσουμε ότι η διάδοση της καλλιέργειας της φιστικιάς δεν έγινε από καποια κυβέρνηση ή κάποιον φορέα αλλά από παθιασμένους οραματιστές, σαν τον Νικόλαο Περόγλου, που αναφέρει η κ. Χιτζανίδου, ο οποίος έφτιαξε και το πρώτο εγχειρίδιο καλλιέργειας και χάριζε δενδρύλλια και από την ανάγκη στα χρόνια του μεσοπολέμου και μετά. Τώρα, που ακόμα και το κράτος καταρρέει, εμείς τι κάνουμε; Δείτε εδώ μέχρι που έφτασε η ΕΑΣ Αμυνταίου για να εξασφαλίσει κατάλληλα δενδρύλλια, ενώ ακόμα ψάχνω να βρω κάποιο ίχνος απο τη δουλειά που έχει γίνει για το φιστίκι από τον κ. Ρούσκα στο Σταθμό Βαρδάτων του ΕΘΙΑΓΕ.  Πάντως η ιστοσελίδα του ΕΘΙΑΓΕ φαίνεται ανενημέρωτη από το 2003. Άντε μάλλον πάει για κλείσιμο και αυτό για χάρη της, χωρίς δημόσιο κόστος,  ιδιωτικής πρωτοβουλίας.

Για το Ελληνικό φιστίκι πάντως σύντομες πληροφορίες θα βρείτε σε δυο άρθρα που παραθέτω εδώ ή ακολουθώντας του συνδέσμους:
Το δεύτερο πρέπει να γράφτηκε από μη αιγινίτη, μάλλον από Φθιώτιδα και θα συμφωνήσω ότι ίσως να μεροληπτεί λιγάκι και να απαξιώνει τους συναδέλφους μας αιγινίτες. Δεν συμφωνώ. με τη διαμάχη και παρακαλώ να τον συγχωρέσετε. Χωρίς το φιστίκι της Αίγινας δεν υπάρχουμε ούτε εμείς! Πρέπει να το διατηρήσουμε, όπως διατηρούμε τους Δελφούς!

Σε αυτό το δεύτερο σύγγραμμα επίσης (Αγρόκτημα, τεύχος 65, Ιούλιος - Άυγουστος 2009) έμεινα έκπληκτος όταν είδα ότι στα στοιχεία που δίνει ερευνητής του ΕΘΙΑΓΕ για την φιστικοκαλλιέργεια έχει 50.000 στρέμματα και 10.000 τόνους παραγωγή. Ας αποφασίσουμε 6.500, 9.500 ή 10.000 τόνους ελληνικό φιστίκι έχουμε. ΞΕΡΕΙ ΚΑΝΕΙΣ; Μάλλον όχι. Οπότε τι κλαιγόμαστε για τα εισαγώμενα και τα ελληνοποιούμενα αφού ούτε εμείς δεν ξέρουμε τι μας γίνεται. Από τους εισαγωγείς περιμένουμε να βάλουν τάξη;

Δείτε τα δύο άρθρα σχετικά με το ελληνικό φιστίκι και τα ξαναλέμε.

Φιστικιά με μηχανική συλλογή καρπών, Agronews 15.12.2008-10:1 

Η χώρα μας παράγει σήμερα 6.500 τόνους φιστίκια, που δεν επαρκούν να καλύψουν την εγχώρια ζήτηση και εισάγει γύρω στους 2.500 τόνους, ενώ οι εξαγωγές δεν ξεπερνούν τους 500 τόνους. Η Ευρώπη εισάγει ετησίως γύρω στους 100.000 τόνους φιστίκια και εξάγει γύρω στους 25.000 τόνους. Οι μεγαλύτερες εισαγωγές των ευρωπαϊκών χωρών, γίνονται κυρίως από Αραβικές χώρες και Ιράν. Μεγάλες εξαγωγικές χώρες είναι η Τουρκία και η Συρία.


Η φιστικιά μπορεί να αξιοποιήσει εδάφη ξηρικά, όμως με μία έως δύο θερινές αρδεύσεις, μπορεί να δώσει πολύ καλύτερα αποτελέσματα. Παρά τα πλεονεκτήματα της καλλιέργειας η φιστικιά δεν έχει την ανάπτυξη που της αναλογεί. Αιτία ο διεθνής ανταγωνισμός και ιδιαίτερα από το Ιράν.
Η χώρα μας καλλιεργεί μία μόνο ποικιλία φιστικιάς, την πρασινόλευκη Αιγίνης, που ο καρπός της θεωρείται εξαιρετικής ποιότητας και υπάρχουν μεγάλες δυνατότητες εξαγωγών του προϊόντος στις ευρωπαϊκές χώρες, παρά το μεγάλο ανταγωνισμό από τις Αραβικές χώρες και το Ιράν. Ως επικονιαστές συνιστούνται οι άρρενες τύποι Β και Γ.
Tα χρησιμοποιούμενα υποκείμενα είναι συνήθως σπορόφυτα τσικουδιάς (Pistacia terebinthus). Οι φυτωριούχοι προμηθεύονται σπόρους τσικουδιάς, κυρίως από αυτοφυείς πληθυσμούς της νήσου Χίου. Οι πληθυσμοί αυτοί θεωρούνται από ορισμένους μελετητές ότι είναι σπορόφυτα του είδους Pistacia palaestina και από άλλους, υβρίδια μεταξύ Pistacia terebinthus και Pistacia palaestina. Τα σπορόφυτα της τσικουδιάς αναπτύσσονται μάλλον βραδέως, παρουσιάζουν όμως πολύ καλή συγγένεια με τη φιστικιά και θεωρούνται ανθεκτικά στη φυτόφθορα,
Αλλες ποικιλίες που συνιστώνται είναι οι: Pontikis, Safeed, Kerman, Achouri, Joley, Agah, Uzun και η Kalehghouchi που δίνει την καλύτερη και ακριβότερη ποιότητα καρπού, αλλά μικρές παραγωγές. Ως επικονιαστές αυτών των ποικιλιών, συνιστάται ο συνδυασμός των άρρενων τύπων 40Α και Chico.
Η ποικιλία Αιγίνης της φιστικιάς καλλιεργείται κυρίως σε πεδινές αλλά και ημιορεινές και σε ελάχιστες περιπτώσεις σε ορεινές περιοχές, των Νομών Αττικής, Φθιώτιδος, Χαλκιδικής, Ευβοίας, Βοιωτίας, Λάρισας, Μαγνησίας, Αργολίδος και Κορινθίας. Επέκταση της καλλιέργειας της φιστικιάς ενδείκνυται όπου ήδη υπάρχουν ζώνες καλλιέργειας, καθώς και στους νομούς Θεσσαλονίκης, Πιερίας, Καρδίτσας, Ηρακλείου και Ρεθύμνης. Ακόμη οι παραλιακές ζώνες των Νομών Αρκαδίας, Σερρών, Καβάλας, Ξάνθης, Ροδόπης και Έβρου, καθώς και τα νησιά του Αιγαίου και Ιονίου Πελάγους.
Η εκμηχάνιση της καλλιέργειας και κυρίως οι εργασίες της συγκομιδής, αποφλοίωσης, πλύσης και ξήρανσης των καρπών, μπορεί να μειώσει το κόστος παραγωγής, να βελτιώσει την ποιότητα και να αυξήσει την ανταγωνιστικότητα διάθεσης των φιστικιών. Από πειράματα στον Σταθμό Έρευνας Βαρδατών Φθιώτιδας του ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε. προκύπτει ότι για να είναι δυνατή η μηχανοποίηση όλου του κύκλου παραγωγής φιστικιών απαιτείται ελάχιστη έκταση του φιστικεώνα 40 στρέμματα.
Μέχρι σήμερα έχουν αναγνωριστεί ως Π.Ο.Π. δύο ελληνικά ζώνες παραγωγής του ελληνικού κελυφωτού φιστικιού, το Φιστίκι Αιγίνης και το Κελυφωτό φιστίκι Φθιώτιδας.

Τίποτα δεν συγκρίνεται με το Ελληνικό φιστίκι. Μειωμένη παραγωγή, αλλά αυξημένη ζήτηση και υψηλότερη τιμή (Αγρόκτημα, τεύχος 65, Ιούλιος - Άυγουστος 2009).
Μπορεί το κελυφωτό φιστίκι να έχει ταυτιστεί στην Ελλάδα με την Αίγινα, εξ'ου και έχει επικρατήσει η ονομασία "φιστίκι Αιγίνης", ωστόσο, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, μεγάλο μέρος της παραγωγής φιστικιών Αιγίνης παράγεται στις μέρες μας στο νομό Φθιώτιδας!
Το δένδρο της Pistacia vera ανήκει στην ίδια οικογένεια με την μαστίχα Χίου (Pistacia lentiscus) και γι'αυτό το λόγο, αν κάποιος κόψει φιστίκι από το δέντρο, είναι πολύ πιθανό να κολλησει στο ρετσίνι. Η μυρωδιά του ρετσινιού κυριαρχεί και στις φυτείες της Φθιώτιδας και των Μεγάρων, οι οποίες έχουν πάρει τα ηνία στη παραγωγή κελυφωτού φιστικιού στην Ελλάδα. Εξάλλου οι κλιματικές συνθήκες είναι παρόμοιες και η μόνη διαφορά της Αίγινας με της Φθιώτιδας όπου παράγεται, όπως το χωριό Μάκρη, είναι η επωνυμία. Ο συνεταιρισμός της Αίγινας, πάντως, έχει καταφέρει με την κατάλληλη τυποποίηση και προώθηση να ταυτίσει το κελυφωτό φιστίκι με το νησί, παρά την πτωτική πορεία των τελευταίων χρόνων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, ο αριθμός των φιστικόδεντρων έχει μειωθεί αρκετά τα τελευταία χρόνια, λόγω ασθενειών και αλλαγής χρήσης των φυτειών, με αποτέλεσμα να είναι μειωμένη η παραγωγή στη χώρα. Ωστόσο, η ζήτηση απο τους εμπόρους είναι μεγαλύτερη από κάθε άλλη χρονιά, παρά το ότι δεν έχουν γίνει ακόμα σημαντικές εμπορικές πράξεις. Τιμές που διαμορφώνονται στα 5,20 με 5,50 για το ανοιχτό και από 3,20 μέχρι 3,50 για το κλειστό φιστίκι, για έναν καλά οργανωμένο παραγωγό, με 50-100 στρέμματα και τον κατάλληλο μηχανολογικό εξοπλισμό, θεωρούνται ικανοποιητικές.
Να σημειώσουμε βέβαια, το αυξημένο κόστος της καλλιέργειας, το οποίο περιλαμβάνει κόστος των δενδρυλλίων στην εξωφρενική - όπως θεωρείται - τιμή των 18-20 € έκαστο και 500 ευρώ κατ'ελάχιστο κόστος ποτίσματος για την εγκατάσταση και μόνο της καλλιέργειας.
Η φιστικιά, Pistacia vera, είναι δέντρο που δεν μεγαλώνει γρήγορα και γι'αυτό αργεί να μπει στην παραγωγή, είναι ξηροφυτικό φυτό και αντέχει στην ξηρασία. Δεν ανέχεται υψηλή υγρασία εδάφους και αέρος. Ακόμη, δεν ανέχεται υψηλή υπόγεια στάθμη του νερού επειδή έτσι προκαλούνται κατά τη χειμερινή περίοδο ασθένειες των ριζών και του λαιμού των δένντρων. Ευδοκιμεί καλύτερα σε περιοχές με χειμώνα αρκετά ψυχρό για τη διακοπή του ληθάργου των οφθαλμών του δέντρου. Αντιθετα,απαιτεί καλοκαίρια μακρά, ξηρά και ζεστά για την ωρίμανση των φιστικιών. Οι ανοιξιάτικοι παγετοί δεν προκαλούν ζημιά επειδή τα δέντρα ανθίζουν όψιμα. Όμως, αν κατά την ανθοφορία επικρατήσει πολύ ξηρός καιρός ή αντίθετα υγρός και ψυχρός καιρός, μειώνεται η καρπόδεση επειδή επηρεάζεται δυσμενώς η επικονίαση.
Η εκμηχάνιση της καλλιέργειας και κυρίως οι εργασίες της συγκομιδής, αποφλοίωσης, πλύσης και ξήρανσης των καρπών, μορεί να μειώσουν το κόστος παραγωγής, να βελτιώσουν την ποιότητα και να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα διάθεσης των φιστικιών. Από πειράματα του ΕΘΙΑΓΕ προκύπτει ότι για να είναι δυνατή η μηχανοποίηση όλου του κύκλου παραγωγής απαιτείται ελάχιστη έκταση 40 στρέμματα. Τα χρησιμοποιούμενα υποκείμενα φιστικιάς είναι συνήθως σπορόφυτα τσικουδιάς (Pistacia terebinthus). Οι φυτωριούχοι προμηθεύονται σπόρους από αυτοφυείς πληθυσμούς της Χίου.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου